μοχθηρός


μοχθηρός
3 негодный, негодяй

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μοχθηρός" в других словарях:

  • μοχθηρός — suffering hardship masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοχθηρός — ή, ό (ΑΜ μοχθηρός, ά, θηλ. και ός όν, Α και μόχθηρος, ον) κακός, φαύλος, πανούργος, ανέντιμος, αχρείος νεοελλ. αυτός που αισθάνεται φθόνο για την ευτυχία τών άλλων, κακόβουλος, δόλιος, κακεντρεχής, φθονερός μσν. 1. αυτός που προκαλεί φόβο,… …   Dictionary of Greek

  • μοχθηρός — ή, ό εκείνος που αισθάνεται δυστυχία και φθόνο για την ευτυχία των άλλων, φθονερός, που επιδιώκει να κάνει κακό χωρίς αιτία: Είναι μοχθηρός και βλάπτει ακόμα και τους φίλους του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοχθηρός — [мохтирос] ас. злобный, испорченный, скверный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μοχθηρά — μοχθηρός suffering hardship neut nom/voc/acc pl μοχθηρά̱ , μοχθηρός suffering hardship fem nom/voc/acc dual μοχθηρά̱ , μοχθηρός suffering hardship fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοχθηρότερον — μοχθηρός suffering hardship adverbial comp μοχθηρός suffering hardship masc acc comp sg μοχθηρός suffering hardship neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοχθηροτάτων — μοχθηρός suffering hardship fem gen superl pl μοχθηρός suffering hardship masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοχθηροτέραις — μοχθηρός suffering hardship fem dat comp pl μοχθηροτέρᾱͅς , μοχθηρός suffering hardship fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοχθηροτέρων — μοχθηρός suffering hardship fem gen comp pl μοχθηρός suffering hardship masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοχθηροτέρως — μοχθηρός suffering hardship adverbial comp μοχθηρός suffering hardship masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοχθηρῶν — μοχθηρός suffering hardship fem gen pl μοχθηρός suffering hardship masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)